μια παραδοχή

Ο γάμος μας έγινε πριν δεκαεπτά χρόνια, την ημέρα των Αγίων Αποστόλων. Με όση σκηνοθετική άνεση επέτρεπε το λιοπύρι της Αττικής, κύλησαν όλα κατά τα προβλεπόμενα.
Την επόμενη μέρα, ήδη μισοξύπνιος, με κέντρισε στη σουίτα νεόνυμφων του ξενοδοχείου η φωνή της Μαρίας Δημητριάδη από το διπλανό δωμάτιο:
Να ‘χεις δικά σου μυστικά
Να ‘χεις δικά σου μυστικά
Και να θυμάσαι ποιος τα ξέρει
Νύχτα δε θα ‘ρθει άλλα μέρη
Κράτησα τα μάτια μου συνειδητά κλειστά μέχρι να σβήσουν μετά το ρεφρέν και οι τίτλοι του μεσημεριανού δελτίου ειδήσεων από το ραδιόφωνο του δεύτερου προγράμματος, για να παραδοθώ στη στοιχειωμένη μνήμη:
Συζούσαμε με την Οκσάνα πριν το γάμο μας. Το είχε συνήθειο να κάθεται στο πιάνο· έπαιζε κομμάτια συνθετών από την πατρίδα της, τραγουδώντας τα ταυτόχρονα στα ουκρανικά. Καθώς στεκόμουν στο πέρασμα της πόρτας να ακούσω την τέχνη της, η Οκσάνα, γύριζε το κεφάλι της προς την πλευρά μου και με κοιτούσε στα μάτια, δίχως να αποσπώνται τα δάχτυλά της στο παραμικρό από τη σειρά των χρόνων και τόπων στα πλήκτρα. Τόσο κατάματα, που οι στίχοι ακούγονταν στα αυτιά μου ως πρόζα και η μουσική ως απόκοσμη ηχοσύνθεση. Τέντωνα, τότε, αλφαδιά τα χέρια να πιέσω την κάσα της πόρτας, σε μια προσπάθεια να κρύψω το πρωτόγνωρο αυτό είδος αμηχανίας.
Με τον καιρό αποφάσισα στο επόμενο μου ταξίδι στην Αθήνα να αγοράσω παρτιτούρες ελληνικών τραγουδιών για πιάνο. Επέστρεψα, λοιπόν, περήφανος με Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Σαββόπουλο, Ξαρχάκο ώστε να βρω και εγώ το θέση μου δίπλα στο πιάνο, να ξεφύγω από το άβολο βλέμμα.
Γρήγορα εμπεδώσαμε ζευγαρωτά το |Το Τρένο Φεύγει στις Οκτώ|. Όχι τυχαία, αναλογίστηκα στη σουίτα νεόνυμφων εκείνο το μεσημέρι του Ιουνίου:
Γιατί μόνο στην πρόφαση του τραγουδιού κατάφερνα να εξωτερικεύω το βίωμα μιας θαμπής μοναξιάς, που καιρό πολύ – αρχικά βασανιστικά και έπειτα κολακευτικά – με συνόδευε στα τέλη της νιότης μου. Σα μια γέφυρα που εξίσωνε δογματικά την ηλικία μου στις σκοπιές του στρατοπέδου με την επακόλουθη στις εφημερίες του νοσοκομείου. Μεταφορικά μιλώντας, σαν τη δεδομένη πορεία του τρένου χάρη στην άκαμπτη φύση των συρμών του.
Άνοιξα τα μάτια μου να αισθανθώ τη αναπνοή της. Το ραδιόφωνο κλειστό , είχε δώσει τη ακουστικά τη θέση του στον παφλασμό από τις βουτιές των παιδιών στην πισίνα του ξενοδοχείου.
Δεκαεπτά χρόνια μετά ανεβαίνουμε στη σκηνή του ωδείου με τις έφηβες κόρες μας για να τραγουδήσουμε, ως οικογένεια πλέον, το |Το Τρένο Φεύγει στις Οκτώ| :
Ακόμα και όταν εγώ φαινομενικά, για το τυπικό της σκηνοθεσίας, δίνω το ρυθμό με βήμα και χέρια _
Και αν στο τέλος της παράστασης αποδίδω μαεστρικά το συριγμό του επιλόγου, μια νότα πριν το χειροκρότημα _
Η κρυφή αλήθεια ήταν πως υπήρξαν όλα δικιά της έμπνευση. Αυτή έκανε την ενορχήστρωση, το συγκέρασμα των συγχορδιών, το κάλεσμα στις πρόβες, τις εξηγήσεις των μουσικών κλειδιών, αυτή θυμήθηκε να μας ψιθυρίσει “ Υπόκλιση Τώρα !” μπροστά στο βιεννέζικο κοινό.
Την κοίταξα στη σκηνή του ωδείου κατάματα πριν τη φιλήσω, με την πεποίθηση που μου χάριζε η γνώση της παραδοχής. Πρέπει να της το εξομολογηθώ πριν μας συμπαρασύρει το κατακαλόκαιρο!
ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ